Δέκα καράβια τα όνειρά μας

Updated: Dec 24, 2020


Ήταν φίλοι. Καρδιακοί φίλοι.

Ακόμη κι όταν στο σχολείο είχαν προβλήματα ,γιατί τους λέγανε τα παιδιά του ιδρύματος, ήταν ενωμένοι. Ακόμη και τον Μόκο τον είχαν μαζί τους και τον προστάτευαν.

Ο Μόκο ήταν από την Νιγηρία . Ένας Θεός ξέρει, πως βρέθηκε στο ίδρυμα. Η κυρία Ευθυμία τον κράτησε μικρό, μικρό, ούτε ενός χρόνου δεν ήταν και έγινε φίλος με τα άλλα παιδιά.

Τα μάτια του Μόκο τα λέγανε όλα. Ίσως γι αυτό τον λέγανε έτσι ,επειδή δεν μιλούσε.

Εκείνα τα Χριστούγεννα περνάγανε συνέχεια απ το μαγαζί του Κωστή.

Τους άρεσαν τα τόσα παιχνίδια, που έφτιαχνε με τα χέρια του ο Κωστής.

Κωστής: Καλημέρα, παιδιά, ώρα για σχολείο, γρήγορα, γρήγορα.

Παιδιά: Καλημέρα, κύριε Κωστή.

Ο Μόκο μόνο ξεθάρρευε και ερχόταν κοντά στον Κωστή κι εκείνος του χάιδευε το σγουρό του κεφάλι.

Κωστής: Α, να κάτι ξεχάστηκε στην τσέπη μου. Πάρε μια καραμέλα!

Ο Μόκο δεν μιλούσε, έβαλε το χεράκι του στο στήθος κι έκανε μια μικρή υπόκλιση.

Εκείνο το πρωινό η βιτρίνα του καταστήματος ήταν κλειστή, τα παιδιά ανήσυχα, έκαναν βόλτες εκεί γύρω.

Γρηγόρης: Λέτε να έπαθε κάτι ο Κωστής;

Στάθης: Δεν πιστεύω, αν ήταν ,θα το είχαμε ακούσει.

Κλεόπας: Θα μας το είχε πει η κυρία Ευθυμία, αφού ξέρει πόσο τον αγαπάμε.

Νικόλας: Παιδιά πάμε , όταν τελειώσει το μάθημα, θα γυρίσουμε και θα δούμε τι έχει γίνει.

Μάρκος: Μόκο, έλα θα αργήσουμε.

Ο μικρός Μόκο καθόταν σιωπηλός δίπλα στο κλειστό παράθυρο, δεν μιλούσε, ήταν έτοιμος να κλάψει.

Μανώλης : Βρε χαζέ, άμα ο Κωστής είχε πάθει κάτι ,θα το είχαμε μάθει. Πάμε σχολείο τώρα. Μια χαρά είναι ο Κωστής.

Γύρισαν απ' το σχολείο και φτάνοντας μπροστά στην βιτρίνα του Κωστή έμειναν άφωνα.

Δέκα αγοράκια κοιτούσαν την στολισμένη βιτρίνα. Στο κέντρο της στέκονταν εντυπωσιακά δέκα καραβάκια. Μικρά ξύλινα καραβάκια, με πανιά με ξάρτια και άγκυρα.

Τα αγόρια στάθηκαν και κοιτούσαν ώρα πολύ.


Κωστής : Σας αρέσουν;

Τα αγόρια δεν μίλησαν, μόνο κοιτούσαν επίμονα τα καραβάκια. Πήγαιναν με τον νου τους ταξίδια μακρινά, στα όνειρά τους.

Μόνο ο Μόκο πλησίασε και έκανε ένα νόημα στον Κωστή.

Πολύ ωραία!!!

Ο Κωστής του χάιδεψε το σγουρομάλλικο κεφάλι του και του έδωσε την καραμελίτσα που πάντα συνήθιζε.

Ο Σωτήρης σαν μεγαλύτερος, μάζεψε τα παιδιά και τους είπε μετά το φαγητό.

Σωτήρης: Να τα πάρουμε;

Μάρκος: Θα τα έχει ακριβά, δεν θα μας φτάσουν τα λεφτά.

Νικόλας: Σκεφτείτε να πάμε να πούμε τα κάλαντα με αυτά! Τι ωραία που θα είναι!

Μανώλης: Βέβαια, θα κάνουμε την διαφορά, οι άλλοι με τα τρίγωνα κι εμείς με τα καραβάκια. Βρε αφήστε τα καραβάκια , να πάρουμε ένα ποδήλατο, να το έχουμε όλοι!

Τα αγόρια δεν τον άκουσαν , ο νους τους ταξίδευε κιόλας με τα καράβια του Κωστή.

Την άλλη μέρα ο Γρηγόρης και ο Σωτήρης πέρασαν από το μαγαζί.

Σωτήρης: Καλημέρα, κύριε Κωστή.

Κωστής: Καλώς τα παιδιά, πως από δω; Είστε όλοι καλά; Ο μικρός μας, ο Μόκο;

Γρηγόρης: Μια χαρά είναι, κύριε Κωστή, εμείς για άλλη δουλειά ήρθαμε μέχρι εδώ.

Κωστής: Τι δουλειά παιδιά μου;

Σωτήρης: Σκεφτήκαμε, να βγούμε για τα κάλαντα με τα καραβάκια.

Γρηγόρης: Θα είναι και διαφήμιση για το μαγαζί, ξέρετε.

Σωτήρης: Θα πάμε παντού, όλοι θα μας δουν!

Κωστής: Θέλετε να τα αγοράσετε;

Τα παιδιά έγνεψαν καταφατικά.

Το μέτωπο του Κωστή συννέφιασε.

Κωστής: Μα έχετε τόσα χρήματα; Αυτά είναι χειροποίητα, είναι ακριβά.

Σωτήρης: Πόσο δηλαδή;

Κωστής: Πεντακόσια ευρώ!

Τα παιδιά λίγο έλειψε να πέσουν κάτω, αλλά δεν έδειξαν την σαστιμάρα τους.

Γρηγόρης: Καλά, κύριε Κωστή, θα ξαναπεράσουμε.

Μέσα στον κοιτώνα τα παιδιά είχαν σύσκεψη

Νικόλας: Πεντακόσια ευρώ; Μα είναι πολλά λεφτά που θα τα βρούμε;

Μάρκος: Και πες ότι ανοίγουμε τους κουμπαράδες μας , θα τα μαζέψουμε;

Μανώλης: Καλά σας έλεγα εγώ για το ποδήλατο. Κάνει μόνο διακόσια ευρώ! Θα το έχουμε πάντα και θα κάνουμε τις βόλτες μας.

Γρηγόρης: Τα καράβια είναι άλλο πράγμα, Μανώλη, με τα πανάκια τους ,με την άγκυρα τους.

Σωτήρης: Σχεδόν σαν αληθινά. Εγώ τα είδα από κοντά, τα παρατήρησα.

Κλεόπας: Τότε τι καθυστερούμε; Σπάστε τους κουμπαράδες!

Οι κουμπαράδες ανοίχτηκαν και άρχισε το μέτρημα.

Νικόλας: Τριακόσια δύο, τριακόσια τρία, τριακόσια τέσσερα!

Ο μικρούλης Μόκο τους πλησίασε κι άνοιξε την χούφτα του .

Μανώλης: Τι να τα κάνουμε τα λεπτά Μόκο; Ούτε για σπόρια δεν φτάνουν!

Σωτήρης: Πως του μιλάς έτσι; Δεν βλέπεις πως θέλει να βοηθήσει;

Μανώλης: Όσο και να βοηθήσει, τα καραβάκια ξεχάστε τα , φουντάρισαν!

Εκείνη την στιγμή μπήκαν μέσα λαχανιασμένοι ο Παύλος και ο Μελέτης.

Σωτήρης: Που γυρίζατε; Δεν ξέρατε ότι είχαμε σοβαρή δουλειά;

Μελέτης: Πήγαμε και βοηθήσαμε, την κυρία Αννούσα, να μεταφέρει κάτι βιβλία στο πατάρι.

Μανώλης: Ώρα που βρήκατε για αγαθοεργίες!

Παύλος: Όχι! Για αυτό πήγαμε.

Κι έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ, κάνοντας νόημα και στον Μελέτη.

Μελέτης: Και για αυτό.

Νικόλας: Άρα σύνολο τριακόσια σαράντα τέσσερα ευρώ.

Κυρία Ευθυμία: Και άλλα πενήντα ακόμη.

Τα παιδιά γύρισαν και την κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια. Ήταν τόσο απορροφημένα από την συζήτηση και δεν την κατάλαβαν που μπήκε στο δωμάτιο.

Γρηγόρης: Όχι ,κυρία Ευθυμία, δεν πρέπει .Εσύ μας βοηθάς τόσο πολύ εδώ.

Κυρία Ευθυμία: Πες τε, ότι σας τα κάνει δώρο ο Αϊ Βασίλης.

Τα παιδιά μάζεψαν τα χρήματα ,τα έβαλαν σε ένα κόκκινο κουτάκι και προσπαθούσαν να σκεφτούν τι να κάνουν, για να μαζέψουν και τα υπόλοιπα. Ντρέπονταν να πάνε στον κύριο Κωστή να του ζητήσουν έκπτωση, μια και καταλάβαιναν πως ήδη τους είχε κάνει μεγάλη, μια και κάθε καραβάκι το πουλούσε εκατό ευρώ.


Κάνε ένα διάλλειμα και δες μια ακόμη Χριστουγεννιάτικη ιστορία.

Έκλεισαν τα μάτια και ταξίδεψαν με τα καράβια τους σε θάλασσες και πελάγη.


Παραμονή Χριστουγέννων.

Ήταν όλα έτοιμα για την μεγάλη εξόρμηση. Θα έλεγαν τα κάλαντα σ όλη την πόλη. Είχαν τα περσινά τους τριγωνάκια κι έτσι θα τα έλεγαν.

Πέρασαν μια τελευταία φορά να δουν τα αγαπημένα τους καράβια απ' την βιτρίνα του Κωστή.

Μα τα καράβια δεν ήταν εκεί!

Γρηγόρης: Θα τα πούλησε όλα τόσο όμορφα που ήταν!

Μανώλης: Εγώ, δεν έχω όρεξη πια, πάω σπίτι. Πείτε τα κάλαντα και για μένα!

Ο Μανώλης δεν άργησε να γυρίσει πίσω φωνάζοντας και κουνώντας τα χέρια του με αγωνία.

Μανώλης: Γρήγορα σπίτι ,γρήγορα!

Σωτήρης: Τι έπαθες; Μήπως έγινε κάτι κακό;

Γρηγόρης: Είναι καλά η κυρία Ευθυμία;

Μανώλης: Τρέξτε!

Μπήκαν μέσα στον κοιτώνα. Σε κάθε κρεβάτι υπήρχε κι ένα καραβάκι! Τα έχασαν!

Χοροπηδούσαν απ' την χαρά τους χειροκροτούσαν!

Κλεόπας: Θα πούμε τα κάλαντα με τα καραβάκια!

Βγήκαν στον δρόμο και έλαμπαν από την χαρά τους! Οι διαβάτες στέκονταν παραξενεμένοι.

Κυρία: Μα τι ωραία καραβάκια είναι αυτά; Πείτε τα κάλαντα παιδιά πείτε τα!

Οι μελωδικές φωνές των παιδιών ξεχύθηκαν στον παγωμένο αέρα.

Κανείς όμως δεν πρόσεξε τον μικρούλη Μόκο.

Προχώρησε μέχρι την πόρτα του μαγαζιού του Κωστή.

Κωστής: Ε μικρούλη; Πως κι εδώ;

Ο Μόκο έκανε μια μικρή υπόκλιση με το χεράκι του στο στήθος.

Κωστής: Μα εγώ δώρισα δέκα καραβάκια, τα άλλα εννέα που είναι;

Να τα πούμε; ακούστηκαν εννιά χαρούμενες φωνές. Τα μάτια του Κωστή γέμισαν χαρά.

Οι γελαστές φωνές πλημμύρισαν το μαγαζί του Κωστή.

Σ' αυτό το σπίτι πού ήρθαμε

πέτρα να μην ραγίσει.

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού

χρόνια πολλά να ζήσει.


Ένα μεγάλο ευχαριστώ

θα πούμε απ' την ψυχή μας

που ο Κωστής ομόρφυνε

σήμερα την γιορτή μας.


Με τα μικρά καράβια του

τα όνειρά μας πάνε

μας ταξιδεύουνε μαζί

σ' όλο τον κόσμο πάνε.


Και κάθε ξύλο ή γυαλί

που χεις να ζωγραφίσεις

να γίνεται ευθύς τρανό

θαύμα αυτό της φύσης.

Τα μάτια του Κωστή έτρεχα σαν δυο βρύσες καθώς χάθηκε στην αγκαλιά των παιδιών.


Μπορείς να ακούσεις την ιστορία που διάβασες εδώ .

Μπορείς να δημιουργήσεις το δικό σου Χριστουγεννιάτικο καραβάκι και να πεις τα κάλαντα με τους φίλους σου.